έρας

το (AM δέρας, Α και δέρος)
φρ. δέρας ή «χρυσόμαλλον δέρας» — το δέρμα τού μυθικού αρνιού με τις χρυσές τρίχες που μετέφερε τον Φρίξο και την Έλλη στην Κολχίδα
αρχ.
δέρμα προβάτου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ένσιγμο ουσιαστικό δέρος (το) προέρχεται από το δέρω, ενώ ο παράλληλος τ. δέρας (το) σχηματίστηκε κατά το πρότυπο τού κρέας (πρβλ. κώας)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐρᾶς — ἐρᾶ̱ς , ἐράω 1 love pres ind act 2nd sg (doric) ἐρᾶ̱ς , ἐράω 2 pour forth pres ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρᾷς — ἐράω 1 love pres subj act 2nd sg ἐράω 1 love pres ind act 2nd sg (epic) ἐράω 2 pour forth pres subj act 2nd sg ἐράω 2 pour forth pres ind act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔρας — ἔρᾱς , ἔρα earth fem acc pl ἔρᾱς , ἔρα earth fem gen sg (attic doric aeolic) ἔρᾱς , ἐράω 1 love imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) ἔρᾱς , ἐράω 2 pour forth imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἔνθα ἐρᾷς, μὴ θάμιζε. — ἔνθα ἐρᾷς, μὴ θάμιζε. См. Где любят, тут не часто гости …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὀξώδους ᾂν ἐρᾷς μελιτῶδές σοι φαίνεται. — См. Не по хорошу мил, а по милу хорош …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • οὑρᾷς — ἐρᾷς , ἐράω 1 love pres subj act 2nd sg ἐρᾷς , ἐράω 1 love pres ind act 2nd sg (epic) ἐρᾷς , ἐράω 2 pour forth pres subj act 2nd sg ἐρᾷς , ἐράω 2 pour forth pres ind act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρᾶις — ἐρᾷς , ἐράω 1 love pres subj act 2nd sg ἐρᾷς , ἐράω 1 love pres ind act 2nd sg (epic) ἐρᾷς , ἐράω 2 pour forth pres subj act 2nd sg ἐρᾷς , ἐράω 2 pour forth pres ind act 2nd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έρωτας — Έλξη ενός προσώπου προς το άλλο. Ενώ οι περισσότεροι από τους φιλόσοφους της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας έβλεπαν τον έ. κυρίως από τη φυσική του πλευρά, ο Σωκράτης, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, οι στωικοί, και ο Πλούταρχος είδαν τον έ. από πιο… …   Dictionary of Greek

  • εραννός — Αρχαία πόλη της Κρήτης, που η τοποθεσία της παραμένει άγνωστη. Στη συνθήκη 30 κρητικών πόλεων με τον βασιλιά της Περγάμου Ευμένη B’ (163 π.Χ.), οι κάτοικοι της πόλης αναφέρονται ως Ερώνιοι, και αλλού τους ονομάζουν άλλοτε Εραννίους και άλλοτε… …   Dictionary of Greek

  • где любят, тут не часто гости/ — Редкое свиданье приятный гость. Ср. Wird man wo gut aufgenommen, Muss man nicht gleich wiederkommen. (Muss man ja nicht zwei mal kommen.) P. A. Wolff (1784 1818). Preciosa. 2, 1. Viarda. Ср. Chi raro viene, vien bene. Ср. Один усердный поклонник… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.